ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ
προνόμιο το: πλεονέκτημα που έχει κπ σε σχέση με άλλους ή ιδιαίτερο δικαίωμα που δεν έχουν άλλοι: Παλιότερα οι μεταπτυχιακές σπουδές ήταν ~ των οικονομικά ανώτερων τάξεων. Κατά την Τουρκοκρατία η κοινότητα απολάμβανε ιδιαίτερων προνομίων. προνομιακός -ή -ό: αυτός που έχει τη μορφή προνομίου: Τα εμπορεύματα προσφέρονται στους υπαλλήλους της εταιρείας σε ~ τιμές.
| Συμβολισμός | Επεξήγηση | Παράδειγμα |
|---|---|---|
| 1 | Νίκη γηπεδούχου | Ολυμπιακός |
| X | Ισοπαλία | 2-2 |
| 2 | Νίκη φιλοξενούμενου | Παναθηναϊκός |
| 1X | Διπλό (1 ή Χ) | Ολυμπιακός δεν θα χάσει |
προξενεύω: (μτβ.) μεσολαβώ για να γνωριστούν ένας άντρας και μια γυναίκα με στόχο να παντρευτούν: Του ~ ένα κορίτσι από το διπλανό χωριό. πρόξενος ο, η: διπλωματικός αντιπρόσωπος ενός κράτους σε άλλο κράτος: Μας υποδέχτηκε ο ~ της Ελλάδας στη Ρώμη. προξενείο το: το κτίριο στο οποίο στεγάζεται η προξενική αρχή μιας χώρας, καθώς και ο πρόξενος και οι εργαζόμενοι σε αυτό: το ελληνικό ~ στην Κωνσταντινούπολη. Tο ~ μάς ενημέρωσε ότι δεν υπάρχουν Έλληνες μεταξύ των θυμάτων. Από το ΑΕ πρόξενος «αντιπρόσωπος ατόμου ή χώρας, που χειρίζεται τις υποθέσεις τους» (πρό + ξένος). Από την ίδια λ. προέρχονται και τα προξενιό / προξενεύω, με την έννοια «χειρίζομαι την υπόθεση γάμου κπ άλλου». προξενώ -ούμαι: (μτβ.) προκαλώ κυρίως κτ κακό = επιφέρω: Η καταιγίδα προξένησε μεγάλες καταστροφές στη γεωργία.
- Κριτική στις προβλέψεις των κορυφαίων αθλητικών εφημερίδων της χώρας
- Πώς να συνδυάζετε προβλέψεις από πολλές πηγές για καλύτερη ακρίβεια
- Ο ρόλος των ειδικών στοιχημάτων (π.χ. πρώτος σκόρερ, κάρτες)
- Ανάλυση των στοιχημάτων για τα ημίχρονα/πλήρες αποτέλεσμα
πρόοδος η: θετική πορεία, βελτίωση του επιπέδου ενός τομέα ή μιας κατάστασης: Η ιατρική γνωρίζει στην εποχή μας μεγάλη ~. : ευχή σε μαθητή ή φοιτητή να πάει καλά στα μαθήματά του.
- Πώς να αποφεύγετε τις συναισθηματικές αποφάσεις κατά τον στοιχηματισμό
- Ανάλυση των προγνωστικών για μπάσκετ και άλλα αθλήματα
- Ο ρόλος των προγνωστικών σε live στοιχήματα (in-play betting)
- Πώς να εντοπίζετε value bets μέσα από τις προβλέψεις των ειδικών
- Αξιολόγηση της ακρίβειας των προγνωστικών σε μηνιαία βάση
αριθμητική ~: ΜΑΘ ακολουθία αριθμών, ο καθένας από τους οποίους προκύπτει από τον προηγούμενο με πρόσθεση του ίδιου πάντα αριθμού. γεωμετρική ~: ΜΑΘ ακολουθία αριθμών, ο καθένας από τους οποίους προκύπτει από τον προηγούμενο με πολλαπλασιασμό με τον ίδιο πάντα αριθμό.
- Ανάλυση των προγνωστικών για το πρωτάθλημα Super League Ελλάδας
- Προβλέψεις για ευρωπαϊκές διοργανώσεις (Τσάμπιονς Λιγκ, Γιουρόπα Λιγκ)
- Επίδραση των μεταγραφών του καλοκαιριού στις προβλέψεις για τη νέα σεζόν
- Σημασία της θέσης της ομάδας στο βαθμολογικό πίνακα για τα live στοιχήματα
προοδεύω: (αμτβ.) γνωρίζω πρόοδο: Η Ελλάδα προόδευσε πολύ τα τελευταία χρόνια. προοδευτικός -ή -ό: 1 αυτός που είναι υπέρ της προόδου και της εξέλιξης ≠ συντηρητικός, οπισθοδρομικός: ~ άνθρωπος / ιδέες. 2 αυτός που εξελίσσεται σταδιακά: Προτείνεται ~ μείωση του αριθμού των εισακτέων στα πανεπιστήμια. προοίμιο το: 1 πρόλογος, εισαγωγή σε κείμενο, λόγο κτλ.: Στο ~ της εισήγησής του ευχαριστεί τους συνεργάτες του. 2 (μτφ.) γεγονός που αποτελεί την αρχή για κτ = προμήνυμα: Η μείωση των συντάξεων ήταν το ~ της περιόδου λιτότητας. προορίζω -ομαι: (μτβ.) καθορίζω από πριν την πορεία, την εξέλιξη ή την κατάληξη: Τον ~ για τη θέση του Προέδρου. Αυτό το οικόπεδο προορίζεται να γίνει παιδική χαρά.
Betcosmos.com προγνωστικά στοιχήματος
2 (+ για) γίνεται λόγος, αφορά: ~ για απόφαση που θα καθορίσει την πορεία της ελληνικής οικονομίας. προκείμενος -η -ο: αυτός για τον οποίο γίνεται λόγος: Στην ~ περίπτωση δεν ξέρω πώς να ενεργήσω. ): εισάγει πρόταση που δηλώνει σκοπό = για να: ~ να νικήσει, θα κάνει τα πάντα.β. ): σχετικά με: ~ για την ασφάλειά σας, δε λογαριάζουμε τα έξοδα. προκείμενο το: το θέμα για το οποίο γίνεται λόγος: Ας έλθουμε στο ~!
Στρατηγικές για στοιχήματα με υψηλές αποδόσεις
του ρ. πρόκειμαι «είμαι τοποθετημένος μπροστά από κπ ή κτ». προκηρύσσω -ομαι: (μτβ.) αναγγέλλω κτ με επίσημο τρόπο, για να ενημερωθούν όλοι: Ο Δήμος Αθηναίων προκήρυξε διαγωνισμό για την αγορά πενήντα απορριμματοφόρων. προκήρυξη η: 1 α. δημόσια γνωστοποίηση: ~ εκλογών.
Ψυχολογία ομάδων και motivation παικτών
β. δημοσίευση στον Τύπο αναγγελίας, καθώς και το σχετικό έντυπο: Είδες την ολοσέλιδη ~ του διαγωνισμού; 2 γραπτή ανακοίνωση με τις θέσεις πολιτικής, συνδικαλιστικής κτλ. οργάνωσης: Εκτελέστηκαν από τους Γερμανούς, γιατί μοίραζαν προκηρύξεις της Αντίστασης. προκομμένος: (αμτβ.) 1 προοδεύω, πετυχαίνω σε έναν τομέα: Αν εργαστείς με ζήλο, θα προκόψεις. 2 [προφ., ειρων.] αποτυγχάνω, καταστρέφομαι: Με αυτόν διευθυντή, πρόκοψε η εταιρεία και πάει για κλείσιμο! προορισμός ο: 1 κατεύθυνση προς ορισμένο τόπο ή το τελικό σημείο που θέλει να φτάσει κπ: Tο αεροπλάνο έφτασε στον ~ του. 2 (μτφ.) ο σκοπός για τον οποίο κπ υπάρχει ή κτ γίνεται: ~ του ανθρώπου είναι η οικογένεια. προπαγάνδα η: συστηματική δραστηριότητα που έχει ως σκοπό να επηρεάσει την κοινή γνώμη υπέρ μιας ιδεολογίας, ενός κόμματος κτλ.: Η εφημερίδα αυτή κάνει φανερά ~ υπέρ των κυβερνητικών θέσεων. προπαγανδίζω -ομαι: (μτβ.) κάνω προπαγάνδα: Τα αμερικανικά μέσα ενημέρωσης ~ τις θέσεις της bet koyponi stoichimatos podosfairoy κυβέρνησης για το Ιράκ. ): περισσότερο από κάθε άλλο = κυρίως, ιδίως: Να ακούς προσεκτικά και ~ να μη διακόπτεις τους ομιλητές. προπατορικός -ή -ό: αυτός που ανήκει ή που αναφέρεται στους προγόνους.
Προγνωστικά στοιχήματοσ σήμερα
προκοπή η: το να προκόβει κπ: Πήγε στο εξωτερικό για να δει ~. της προκοπής: ως χαρακτηρισμός για κπ ή κτ αξιόλογο: Επιτέλους, αγόρασες ένα ρούχο ~! αναδεικνύομαι ανάμεσα σε πολλούς, ώστε να συνεχίσω στην επόμενη φάση διαγωνισμού, διοργάνωσης κτλ.: Η ομάδα μας προκρίθηκε στον επόμενο γύρο. 2 επιλέγω, προτιμώ: Η κυβέρνηση ~ τη λύση της ανακύκλωσης. πρόκριση η.
Συνθήκες παιχνιδιού και επιρροή καιρού
προκριματικός -ή -ό: αυτός που έχει σχέση με προκαταρκτική και όχι τελική επιλογή ή που σκοπεύει στην πρόκριση: ~ αγώνας / επιτροπή. προκριματικοί οι & προκριματικά τα: προκριματική φάση σε διαγωνισμό, αθλητική διοργάνωση. προκυμαία η: ειδικά διαμορφωμένος χώρος λιμανιού, στον οποίο γίνεται η αποβίβαση ή επιβίβαση των επιβατών των πλοίων και που χρησιμεύει και ως χώρος περιπάτου. προκυμία και αυτό από τα πρό + κῦμα. προέκυψα: 1 (για προβλήματα, γεγονότα κτλ.) κάνω την εμφάνισή μου, συνήθως ξαφνικά: Προέκυψε κάποιο πρόβλημα.
Στατιστικά στοιχεία ομάδων και παικτών
2 δημιουργούμαι ως αποτέλεσμα γεγονότος, κατάστασης κτλ.: Προέκυψε κι ένα καλό από την ιστορία αυτή: η γνωριμία μας! βγαίνει ως συμπέρασμα = συνάγεται: Από την έρευνα ~ ότι τα κινητά τηλέφωνα εκπέμπουν βλαβερή ακτινοβολία. Από το ΑΕ προκύπτω από τα πρό + κύπτω. (μτβ.) φτάνω σε κπ ή κτ εγκαίρως = προφταίνω: Πρόλαβε το τελευταίο τρένο για Χαλκίδα. Ευτυχώς, πρόλαβα τον γιατρό στο ιατρείο του!β. ~ αμάρτημα: το αμάρτημα των πρωτόπλαστων, Αδάμ και Εύας, να παρακούσουν τις εντολές του Θεού, γεγονός που είχε ως αποτέλεσμα την εκδίωξή τους από τον Παράδεισο. πρόποδες οι: το μέρος στο έδαφος όπου καταλήγουν οι πλαγιές ενός βουνού ή λόφου: Η ορειβατική ομάδα ξεκίνησε από τους ~ του Ταΰγετου. Από το ΑΕ πρόπους από τα πρό + ποῦς, ποδός «πόδι». προπονώ -ούμαι: ΑΘΛ (μτβ.) προετοιμάζω μεθοδικά αθλητή ή ομάδα για αγώνα: O Ρεχάγκελ προπόνησε χθες δύο φορές την εθνική ομάδα.
Προγνωστικά Στοιχήματος των Top Users
(αμτβ.) φτάνω κάπου εγκαίρως: Έτρεξα και πρόλαβα πριν αρχίσει η παράσταση. + να) κάνω κτ πριν από άλλον ή πριν συμβεί κτ άλλο: Πρόλαβε να φωνάξει πριν το σκάσουν οι κλέφτες. + να) βρίσκω τον χρόνο για να κάνω κτ: Δεν ~ να πάω στο γυμναστήριο, έχω πολύ διάβασμα. 4 (μτβ.) ενεργώ ώστε να εμποδίσω κτ κακό: ~ ατύχημα / καβγά / παρεξήγηση. πρόληψη η: 1 το να bet nees stoichimatikes etairies kypros προλάβει (σημ.
Προγνωστικά για πρωταθλήματα Ελλάδας και Ευρώπης
4) κπ κτ κακό και (συνεκδ.) τα σχετικά μέτρα: Συζητάνε μέτρα πρόληψης για τη βία στα γήπεδα. αντίληψη σύμφωνα με την οποία κτ έχει δήθεν υπερφυσικές ιδιότητες που φέρνουν τύχη ή ατυχία: Πιστεύει σε διάφορες προλήψεις, όπως ότι οι μαύρες γάτες φέρνουν γρουσουζιά. προληπτικός -ή -ό: 1 αυτός που προλαβαίνει κτ κακό: Να κάνεις έναν ~ ιατρικό έλεγχο. 2 αυτός που πιστεύει σε προλήψεις: Είναι ~, αν δεν έχει μαζί τον «τυχερό» αναπτήρα του, δεν παίζει ποτέ χαρτιά. πρόλογος ο: 1 εισαγωγικό μέρος κειμένου, βιβλίου ή λόγου ≠ επίλογος: Μετά από έναν σύντομο, ~ μπήκε στην ουσία του θέματος.
Ανάλυση αναμετρήσεων μεταξύ συγκεκριμένων ομάδων
2 εισαγωγικό μέρος αρχαίου δράματος πριν από το πρώτο χορικό. προλογίζω -ομαι: (μτβ.) 1 γράφω τον πρόλογο σε ένα βιβλίο: Το νέο του βιβλίο ~ ένας κορυφαίος Γερμανός ιστορικός. 2 μιλώ πριν από την ομιλία κπ άλλου. προλογικός -ή -ό: αυτός που έχει τη μορφή προλόγου: Κατέθεσε ~ σημείωμα με τις απόψεις του. προμηθεύω -ομαι: (μτβ.) 1 δίνω κτ σε κπ = εφοδιάζω: Κατηγορούν το Ιράν ότι ~ όπλα στους τρομοκράτες / τους τρομοκράτες με όπλα. Από το ΑΕ προπονῶ «μοχθώ από πριν» < πρό + πονῶ (πόνος «μόχθος»). προπύλαια τα: αρχιτεκτονική κατασκευή πριν από τη βασική είσοδο αρχαίων ναών και μεγάλων σύγχρονων κτιρίων: Η συγκέντρωση έγινε στα ~ του Πανεπιστημίου. προπύργιο το: χώρος στον οποίο κτ ή κπ κυριαρχεί και νιώθει ασφαλής = προμαχώνας, προγεφύρωμα: Η Λακωνία ήταν παλιότερα το ~ των φιλοβασιλικών. ): (+ αιτ.) δηλώνει 1 τον τόπο προς τον οποίο κατευθυνόμαστε: Προχωρά ~ την ανατολή / την αδελφή του. 2 τη θέση προσώπου ή πράγματος σε σχέση με κπ ή κτ άλλο: Βρίσκεται ~ τα αριστερά του σπιτιού. 3 χρονικό σημείο κοντά στο οποίο συμβαίνει κτ: ~ τα τέλη του έτους. σε στερεότυπες εκφρ.) σκοπό: ~ τιμήν του / όφελός του / μεγάλη μου έκπληξη. 5 την αξία ή το ποσοστό που αναλογεί σε κτ: Πήρα τα μήλα ~ 2 ευρώ το κιλό. προσανατολίζω -ομαι: (μτβ.) 1 στρέφω κπ ή κτ προς μια κατεύθυνση: ~ το σκέπαστρο του τζακιού προς τον βορρά. αναγνωρίζω τις θέσεις των σημείων του ορίζοντα και τη δική μου θέση μου σε σχέση με αυτά, ώστε να μπορώ να βρω τον δρόμο μου: Δεν μπορώ να προσανατολιστώ εύκολα. (μτφ.) στρέφομαι σε συγκεκριμένες κατευθύνσεις ή επιλογές: Με βάση τις κλίσεις του προσανατολίστηκε προς την αρχιτεκτονική. προσανατολισμός ο: 1 θέση προσώπου ή πράγματος σε σχέση με τα σημεία του ορίζοντα: Μέσα στο πυκνό σκοτάδι έχασαν τον ~ τους. 2 (μτφ.) στροφή σε συγκεκριμένες κατευθύνσεις, επιλογές κτλ.
Ρεπετισον με Β’ Νορβηγιας;
εφοδιάζομαι με κτ απαραίτητο, αναγκαίο: Προμηθευτήκαμε ξύλα για τον χειμώνα. προμήθεια η: 1 το να προμηθεύεται κπ κτ και αυτό που προμηθεύεται: Είναι απαραίτητη η ~ ψωμιού για τρεις ημέρες λόγω αργίας. 2 αμοιβή που παίρνει αυτός που μεσολαβεί σε αγοραπωλησία: Κατηγορήθηκε ότι πήρε παράνομη ~ για να επιλέξει συγκεκριμένα προϊόντα. προμηθευτής ο, -εύτρια η: 1 πρόσωπο που εφοδιάζει κπ με τα απαραίτητα αγαθά. 2 επαγγελματίας που αναλαμβάνει τον εφοδιασμό πλοίων, νοσοκομείων κτλ.
Ιστορικά δεδομένα προηγούμενων αναμετρήσεων
προμηθευτικός -ή -ό. & [επίσ.] προνοίας: φροντίδα που λαμβάνεται από πριν για την κάλυψη αναγκών: Το κράτος λαμβάνει ~ για τους ηλικιωμένους. κράτος πρόνοιας: το κράτος που παρέχει υποστήριξη στους οικονομικά ασθενέστερους, σε όσους έχουν ανάγκη περίθαλψης κτλ. Θεία Πρόνοια: η φροντίδα του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου και του κόσμου. Από το ΑΕ πρόνοια, και αυτό από το πρόνους (< πρό + νοῦς). ≠ αποπροσανατολισμός: Πρέπει να αλλάξει ο μονομερής ~ του σχολείου προς τις εξετάσεις.
- Οδηγός για την κατανόηση των αποδόσεων και της πιθανότητας νίκης
- Πώς οι αλλαγές στη σύνθεση της ομάδας λόγω COVID-19 επηρεάζουν τις προβλέψεις
- Ανάλυση των προγνωστικών για το πρωτάθλημα του εξωτερικού (Πρεμιέρ Λιγκ, Λα Λίγκα)
- Σημασία των κινήσεων της αγοράς στοιχημάτων για τις προβλέψεις
- Χρήση ιστορικών δεδομένων για μακροπρόθεσμες προβλέψεις
επαγγελματικός ~: παροχή βοήθειας στο άτομο, ώστε να επιλέξει επάγγελμα ταιριαστό με τις ικανότητες και τις κλίσεις του. προσαρμόζω -ομαι: (μτβ.) 1 συνδέω κτ με κτ άλλο: Προσάρμοσε φακούς πάνω σε σκελετό κι έφτιαξε τα πρώτα γυαλιά. 2 (μτφ.) αλλάζω κτ έτσι ώστε να ταιριάξει με μια κατάσταση: Προσάρμοσε την ομιλία του στο ακροατήριο. προσαρμογή η: 1 σύνδεση ενός αντικειμένου με ένα άλλο: η ~ του καλωδίου στην πρίζα.

